«Ρωγμές» από υποκλοπές και ΟΠΕΚΕΠΕ στο ελληνικό αφήγημα

Δημήτρης Ζάντζας
Viber Whatsapp
Μοιράσου το
«Ρωγμές» από υποκλοπές και ΟΠΕΚΕΠΕ στο ελληνικό αφήγημα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του insider.gr στην Google
Η Ελλάδα υπήρξε για καιρό επενδυτικός προορισμός αυξημένου ρίσκου. Σήμερα, καθώς χτίζει ένα turnaround story, αξιολογείται με πιο απαιτητικά κριτήρια. Για να καταφέρει να προσελκύσει σοβαρά μακροπρόθεσμα κεφάλαια, θα πρέπει να αποδείξει ότι έπαψε να αποτελεί «ειδική περίπτωση».

Η επιστροφή της Ελλάδας σε επενδυτική βαθμίδα, τα πρωτογενή πλεονάσματα των τελευταίων ετών, όπως και η αναταξινόμηση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών και η ένταξή του στην «ομπρέλα» της Euronext, είναι εξελίξεις που εξασφάλισαν στη χώρα προβολή στα διεθνή Μέσα Ενημέρωσης. Κάθε εξέλιξη έχει το δικό της οικονομικό αποτύπωμα, αλλά η θετική διεθνής προβολή έχει τη δική της σημασία στον βαθμό που μπορεί να μεγεθύνει αυτό το αποτύπωμα.

Γιατί αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα; Διότι η διεθνής εικόνα της χώρας είχε πληγεί βαθιά κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, και αυτό είχε επίσης πραγματική επίδραση στην οικονομία και την κοινωνία. Η Ελλάδα υπήρξε για καιρό «ειδική περίπτωση» και επενδυτικός προορισμός αυξημένου ρίσκου. Σήμερα παρουσιάζεται ως επιτυχημένο turnaround story, το country risk premium υποχωρεί, το κόστος δανεισμού της χώρας έχει υποχωρήσει και ταυτόχρονα κλείνει η ψαλίδα των αποτιμήσεων των ελληνικών εισηγμένων έναντι των ευρωπαϊκών ομοειδών.

Το πολιτικό προσωπικό της χώρας δείχνει να έχει αντιληφθεί πόσο σημαντικό είναι να προστατευθεί και να ενισχυθεί το ελληνικό επενδυτικό αφήγημα. Αυτό που ίσως δεν έχει γίνει ακόμα απολύτως κατανοητό είναι ότι όταν μια οικονομία παύει να είναι «ειδική περίπτωση», όταν μια αγορά επιστρέφει στις «ανεπτυγμένες» και φιλοδοξεί να προσελκύσει σοβαρά μακροπρόθεσμα κεφάλαια, αρχίζει να αξιολογείται και να κρίνεται με πιο απαιτητικά κριτήρια.

Η διεθνής βιβλιογραφία και πολυάριθμες μελέτες γύρω από το country risk premium και τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις έχουν καταδείξει ότι ο πολιτικός και θεσμικός κίνδυνος ενσωματώνεται στο κόστος κεφαλαίου, ιδιαίτερα στις μικρότερες αγορές. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι ξένοι οίκοι αξιολόγησης ή οι αναλυτές των μεγάλων επενδυτικών τραπεζών –με πιο πρόσφατο παράδειγμα την Standard & Poor’s– δεν στέκονται μόνο στις δημοσιονομικές επιδόσεις μιας χώρας, αλλά εξετάζουν και αξιολογούν ένα ευρύτερο φάσμα συνιστωσών, όπως η θεσμική θωράκιση, η λειτουργία της δικαιοσύνης, η διαφθορά, η πολιτική σταθερότητα κ.ά. Με άλλα λόγια, μπαίνουν στο κάδρο και υποθέσεις όπως αυτή των υποκλοπών και του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, ενώ δεν περνά απαρατήρητο και το «σίριαλ» των τελευταίων ημερών για τη στελέχωση των Ανεξάρτητων Αρχών.

Το μήνυμα στο εξωτερικό και η οπτική των αγορών

Παράλληλα λοιπόν με τις θετικές εξελίξεις στο πεδίο της οικονομίας, το διεθνές ακροατήριο παρακολουθεί έγκυρα ΜΜΕ παγκόσμιας εμβέλειας, όπως είναι το Reuters, το Politico, το Euractiv ή οι New York Times, να «παίζουν» υποκλοπές και ΟΠΕΚΕΠΕ. Να μεταδίδουν γεγονότα, αλλά να σχολιάζουν και τον τρόπο με τον οποίο οι θεσμοί της χώρας διαχειρίζονται αυτές τις υποθέσεις.

Σκάνδαλα και υποθέσεις διαφθοράς συναντά κανείς σε όλες τις χώρες του κόσμου. Αυτό που διαχωρίζει τις ανεπτυγμένες «σοβαρές» χώρες από τις υπόλοιπες, είναι ο τρόπος με τον οποίο αποκαθίσταται η νομιμότητα. Και, βεβαίως, ο τρόπος με τον οποίο ένα σύστημα ωριμάζει πολιτικά και θεσμικά και δημιουργεί δικλείδες ασφαλείας για το μέλλον. Ειδικά σε μικρότερες οικονομίες και αγορές, όπως η ελληνική, τέτοιες υποθέσεις δεν αφήνουν ουδέτερες εντυπώσεις και, για έναν ξένο επενδυτή, δεν αξιολογούνται με τους όρους της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Αντιθέτως, λειτουργούν περισσότερο ως ενδείξεις για την ποιότητα του συνολικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο καλείται να τοποθετήσει κεφάλαια.

Οι μεγάλες οικονομίες και αγορές έχουν τη δυνατότητα να απορροφούν θεσμικούς κραδασμούς χωρίς ουσιαστικό κόστος στις αποτιμήσεις τους. Οι μικρότερες δεν έχουν αυτή την πολυτέλεια. Συνήθως πρόκειται για αγορές που στη βιβλιογραφία περιγράφονται ως perception-sensitive, δηλαδή αγορές όπου η εικόνα της χώρας αποτελεί μέρος του ίδιου του επενδυτικού προϊόντος και όπου η εμπιστοσύνη και το συνολικό αφήγημα επηρεάζουν δυσανάλογα τις ροές κεφαλαίων και τις αποτιμήσεις.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αυτά δεν είναι αφηρημένες θεωρίες. Στη διεθνή επενδυτική πρακτική, ο κίνδυνος χώρας αποτελεί βασική μεταβλητή αποτίμησης. Όσο υψηλότερο είναι το premium, τόσο υψηλότερο γίνεται το κόστος κεφαλαίου και τόσο χαμηλότερες τείνουν να είναι οι αποτιμήσεις. Η βιβλιογραφία έχει τεκμηριώσει τη σαφή σύνδεση μεταξύ ποιότητας διακυβέρνησης και χρηματιστηριακής επίδοσης. Υπάρχουν εμπειρικές μελέτες που χρησιμοποιούν ως μεταβλητές για τις αποδόσεις όχι μόνο τον πληθωρισμό, τον όγκο συναλλαγών ή τις τιμές της ενέργειας, αλλά και δείκτες όπως ο έλεγχος της διαφθοράς, η αποτελεσματικότητα του κράτους, η πολιτική σταθερότητα, η θεσμική ποιότητα, το κράτος δικαίου και η λογοδοσία. Σε μικρότερες οικονομίες, η σύνδεση αυτή τείνει να είναι πιο στενή.

Απολύτως ενδεικτική είναι και η πρόσφατη επισήμανση οικονομολόγων της ΕΚΤ: «Εάν η Ελλάδα καταφέρει να βελτιώσει την ποιότητα των θεσμών της έως το μέσο επίπεδο της Ευρωζώνης, θα μπορούσε να αυξήσει το ποσοστό των ιδιωτικών επενδύσεων που κατευθύνονται σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας κατά περίπου πέντε ποσοστιαίες μονάδες. Και εάν έφθανε στο επίπεδο των κορυφαίων επιδόσεων της Ευρωζώνης, η επίδραση αυτή θα ήταν περίπου διπλάσια, οδηγώντας τις επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας περίπου στο ένα τέταρτο του συνόλου των ιδιωτικών επενδύσεων — σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης».

Στο γράφημα που συνοδεύει την ανάλυσή τους, βασισμένο σε στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, αποτυπώνεται η κατάταξη της Ελλάδας με βάση τέσσερις μετρήσιμους δείκτες διακυβέρνησης: κράτος δικαίου, ποιότητα ρυθμιστικού πλαισίου, αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης και έλεγχος της διαφθοράς.

Με αλλα λόγια, η θεσμική αδυναμία συνεπάγεται οικονομικό κόστος. Αλλά είναι γνωστό ότι επιδρά και πιο αθόρυβα, επηρεάζοντας τη διάθεση ανάληψης ρίσκου, οδηγώντας σε πιο επιλεκτικές τοποθετήσεις και επιβραδύνοντας το re-rating.

Έλλειμμα πολιτικού προσωπικού

Στην εγχώρια δημόσια συζήτηση, το ζήτημα της ποιότητας του πολιτικού προσωπικού αντιμετωπίζεται συχνά ως αμιγώς πολιτικό. Από την οπτική της πολιτικής οικονομίας όμως το ζήτημα έχει προεκτάσεις. Οι επενδυτές αξιολογούν ποια είναι τα πρόσωπα που λαμβάνουν αποφάσεις, με ποια επάρκεια, με ποιο βάθος στελεχών και με ποια δυνατότητα να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν πολιτικές σε βάθος χρόνου. Διότι η ποιότητα των πολιτικών ηγεσιών επηρεάζει άμεσα την ικανότητα του κράτους να φορολογεί αποτελεσματικά, να οργανώνει τις δημόσιες υπηρεσίες και να υλοποιεί μεταρρυθμίσεις.

Επιπλέον, οι θεσμοί και η δομή ενός πολιτικού συστήματος επηρεάζουν άμεσα την ποιότητα των προσώπων που επιλέγουν αν θα εισέλθουν ή όχι στην πολιτική και, εν τέλει, την ποιότητα της διακυβέρνησης μιας χώρας. Η έννοια του adverse selection στο πεδίο της πολιτικής περιγράφει περιπτώσεις όπου το πολιτικό σύστημα δημιουργεί αντικίνητρα για τους πιο ικανούς και τους κρατά εκτός πολιτικού στίβου. Με την πάροδο του χρόνου, ένα τέτοιο σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με μικρότερη δεξαμενή ικανών στελεχών και χαμηλότερη διοικητική επάρκεια. Σε τελική ανάλυση, οι θεσμοί δεν λειτουργούν μόνοι τους, αλλά μέσω των ανθρώπων που τους στελεχώνουν.

Η μάχη του brain gain

Η διεθνής εικόνα της χώρας και όσα την επηρεάζουν σχετίζεται και με την προσπάθεια της χώρας να προσελκύσει όχι μόνο νέες επενδύσεις, αλλά και ανθρώπινο κεφάλαιο υψηλής ποιότητας. Και, κυρίως, να επαναπατρίσει ανθρώπους που τα προηγούμενα χρόνια επέλεξαν ή υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα, αλλά και να συγκρατήσει όσους σήμερα σκέφτονται να πράξουν το ίδιο.

Ο διεθνής ανταγωνισμός για προσέλκυση ταλέντων –εξίσου έντονος με τον ανταγωνισμό για επενδύσεις– δεν αφορά μόνο τους μισθούς ή τα φορολογικά κίνητρα. Αφορά ένα ευρύτερο πλαίσιο συνθηκών και ποιότητας ζωής που περιλαμβάνει τη θεσμική ποιότητα. Έρευνες ελληνικών φορέων έχουν τεκμηριώσει ότι οι λόγοι φυγής των Ελλήνων στο εξωτερικό δεν ήταν αποκλειστικά οικονομικοί. Παράγοντες όπως η αξιοκρατία, η ποιότητα των θεσμών, η λειτουργία του κράτους και οι προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης υπήρξαν καθοριστικοί. Οι ίδιοι παράγοντες αναδεικνύονται και ως βασικές προϋποθέσεις για την επιστροφή.

Κατ’ αναλογία με τον τρόπο που λειτουργούν οι επενδυτές, έτσι και οι άνθρωποι υψηλής ειδίκευσης έχουν τα δικά τους κριτήρια όταν αποφασίζουν πού θα ζήσουν και πού θα επενδύσουν το ανθρώπινο κεφάλαιό τους. Κι αυτό έχει προφανή σημασία για μια χώρα υπό τεράστια δημογραφική πίεση, όπως η Ελλάδα.

Ο δρόμος προς τις κάλπες

Καθώς η χώρα μπαίνει σε προεκλογική τροχιά, οι διεθνείς επενδυτές παρακολουθούν ακόμη πιο στενά τις εγχώριες εξελίξεις. Η Ελλάδα παραμένει μια μικρή οικονομία και το Χρηματιστήριο της Αθήνας είναι μια μικρή και ρηχή αγορά, με υψηλή συμμετοχή ξένων κεφαλαίων και αυξημένη ευαισθησία σε ό,τι επηρεάζει την εικόνα της χώρας.

Όσα συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό αποτελούν, για τις αγορές, στοιχεία του ελληνικού country narrative, αφορούν δηλαδή το συνολικό επενδυτικό αφήγημα της χώρας. Έτσι, αν το ζητούμενο –ειδικά μετά την αναταξινόμηση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας– είναι να επαναπροσδιορίσει η Ελλάδα τη θέση της στον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη, να διεκδικήσει ό,τι περισσότερο μπορεί προς όφελος της κοινωνίας, τότε έχουν σημασία τα μηνύματα που εκπέμπονται.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάζονται αυτή τη στιγμή

Από παλάτια μέχρι βίλες: Τα αυθαίρετα - μαμούθ που έγιναν διεθνή σκάνδαλα

Δημόσιο Χρέος: Αντίστροφη μέτρηση για μια ακόμη πρόωρη αποπληρωμή – Οι επόμενες κινήσεις

Τι πουλάει η Nike στην Ελλάδα

Φόρτωση BOLM...
gazzetta
gazzetta reader insider insider